«Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ, όχι για να μισώ», έλεγε η Αντιγόνη του Σοφοκλή!
Η Αντιγόνη είναι εκπρόσωπος των «αγράφων νόμων», που θ' αναπτύξει ο Πλάτων στον Γοργία του, μιλώντας για το «δίκαιον» και το «νόμιμον». Η ταφή των νεκρών ήταν «πανελλήνιος νόμος» και μόνο οι ιερόσυλοι και οι προδότες έμεναν άταφοι. Βέβαια, η πράξη του Πολυνείκη, επίθεση κατά της πατρίδας του, ήταν προδοτική, αλλά η αδιαλλαξία του Κρέοντα και η επιμονή του στην εφαρμογή αυτού του νόμου, χωρίς να λάβει υπόψη τον «άγραφο νόμο» της συγγενικής αγάπης, τον έκαναν αντιπαθή στο γιο του, στη γυναίκα του, στο μάντη Τειρεσία και στην κοινή γνώμη, που εκφράζει ο Χορός. Ήταν μοραίο να γίνει η «κάθαρση» εις βάρος του!...
ΛΕΝΕ πως η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι η ωραιότερη τραγωδία του Σοφοκλή, τόσο από πλευράς αρχιτεκτονικής δομής όσο και διαλόγου, που συνοδεύεται από σπάνια δραματική τέχνη και ανθρώπινη συγκίνηση. Η χρονολογία της είναι άγνωστη, πιθανολογείται όμως πως πρωτοπαίχθηκε το 441 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια, στο θέατρο του Διονύσου, μετά τον Αίαντα. Ποια ήταν, όμως, η Αντιγόνη;
Η Αντιγόνη ήταν κόρη του Οιδίποδα, όχι από την Ιοκάστη (τη μητέρα του που τη νυμφεύθηκε χωρίς να το ξέρει) αλλά από την Ευρυγάνεια, από την οποία απέκτησε και την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Πριν φτάσει ο Θησέας από την Αθήνα στη Θήβα για να τιμωρήσει τον Κρέοντα, το βασιλιά των Θηβών, που δεν ήθελε να ενταφιάσει τους αντιπάλους του (βλέπε: Επτά επί Θήβας), και ανάμεσά τους τον ανιψιό του Πολυνείκη, η Αντιγόνη, αδελφή του τελευταίου και του Ετεοκλή, παράκουσε τις διαταγές του Κρέοντα, άναψε πυρά και τοποθέτησε επάνω το σώμα του Πολυνείκη. Από το παράθυρο των ανακτόρων ο Κρέοντας είδε την πυρά και, πηγαίνοντας να εξακριβώσει τι συνέβαινε, συνέλαβε την Αντιγόνη επ' αυτοφώρω. Κάλεσε τότε το γιο του Αίμωνα, μνηστήρα της Αντιγόνης, και τον διέταξε να θάψει την Αντιγόνη ζωντανή στον τάφο του Πολυνείκη. Ο Αίμωνας προσποιήθηκε πως εκτελεί την πατρική εντολή, αλλά νυμφεύθηκε κρυφά την Αντιγόνη και την έστειλε να ζήσει ανάμεσα στους βοσκούς του. Η Αντιγόνη γέννησε ένα γιο που, πολλά χρόνια αργότερα, ήρθε στη Θήβα και έλαβε μέρος σε νεκρικούς αγώνες. Ο Κρέοντας όμως τον αναγνώρισε από το φίδι που ήταν ζωγραφισμένο στο σώμα του, όπως σ' όλους τους απογόνους του Κάδμου, και τον καταδίκασε σε θάνατο. Ο Ηρακλής μεσολάβησε για να τον σώσει, αλλά ο Κρέοντας φάνηκε αδιάλλακτος, με αποτέλεσμα ο Αίμωνας να σκοτώσει την Αντιγόνη και ν' αυτοκτονήσει. Αυτή την εκδοχή του Ευριπίδη (Φοίνισσαι και μια Αντιγόνη που χάθηκε) δεν ακολουθεί ο Σοφοκλής στην (προγενέστερη) Αντιγόνη του, που έχει δραματικό τέλος (βλέπε: Αντιγόνη Σοφοκλέους). Τον ίδιο μύθο είχε πραγματευθεί, 26 χρόνια πριν, ο Αισχύλος στους Επτά επί Θήβας.
.jpg)
Στον πρόλογο, η Αντιγόνη αναγγέλλει στην αδελφή της Ισμήνη πως ο θείος τους Κρέων, βασιλιάς της Θήβας, έδωσε διαταγή να μη θάψει κανένας το πτώμα του αδελφού τους Πολυνείκη, που μονομάχησε με τον άλλο αδελφό τους Ετεοκλή με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι δύο (βλέπε: Επτά επί Θήβας). Ζητάει τη βοήθειά της, αλλά η Ισμήνη προσπαθεί να την αποτρέψει από το τόλμημα της ταφής του νεκρού. Η Αντιγόνη αποφασίζει μόνη: Ο Κρέων, που εμφανίζεται μετά, εξηγεί στο Χορό των Θηβαίων γερόντων πως έδωσε διαταγή να μείνει άταφο το σώμα του Πολυνείκη επειδή εξεστράτευσε εναντίον της πατρίδας του. Σε λίγο έρχεται ένας άγγελος, που λέει πως η διαταγή παραβιάστηκε. Ο Κρέων γίνεται έξω φρενών και απειλεί τους φύλακες του τάφου. Τότε ο Χορός απαγγέλλει τον ύμνο του προς το ανθρώπινο πνεύμα (στίχοι 332-375) που αρχίζει με τις λέξεις: Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει..., προχωρεί με τη διαπίστωση: κρατεί δεν μηχαναίς αγραύλου θηρός ορεσσιβάτα... («με τις μηχανές του γίνεται κύριος του άγριου θηρίου που τρέχει στα βουνά»), και τελειώνει με τα λόγια: Άπορος επ' ουδέν έρχεται το μέλλον. Άιδα μόνον φεύξιν ουκ επάξεται... Σοφόν τι το μηχανόεν τέχνας υπέρ ελπίδ' έχων, τότε μεν κακόν, άλλοτ' επ' εσθλόν έρπει («Δεν είναι άοπλος απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να του παρουσιάσει το μέλλον. Μόνο το θάνατο δεν έχει τρόπο να ξεφύγει.. Κύριος μιας γνώσης που οι επινοήσεις της ξεπερνούν κάθε ελπίδα, μπορεί να πάρει το δρόμο είτε του κακού είτε του καλού»).
Ο φύλακας οδηγεί την Αντιγόνη και διηγείται στον Κρέοντα τον τρόπο που τη συνέλαβε. Εκείνη όχι μόνο ομολογεί την παράβαση, αλλά έχει και πλήρη συνείδηση της πράξης της. Αντιτάσσει στο βασιλιά την άγραφη και απαρασάλευτη επιταγή των θεών (ΚΡΕΩΝ: Ώστε τόλμησες να παραβείς το νόμο μου; ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Ναι, γιατί δεν τον είχε ανακηρύξει ο Ζευς... Δεν νομίζω πως οι νόμοι σου είναι αρκετά ισχυροί ώστε να επιτρέπουν σ' έναν θνητό να παραβεί άλλους νόμους, νόμους άγραφους, ακλόνητους, θεϊκούς. Αυτοί δεν χρονολογούνται ούτε από σήμερα ούτε από χθες και κανείς δεν ξέρει τη μέρα που γεννήθηκαν».) Ο Κρέων καταδικάζει την Αντιγόνη σε θάνατο και εκείνη του απαντάει περήφανα. (ΚΡΕΩΝ: Ο εχθρός, ακόμη και νεκρός, δεν είναι ποτέ φίλος. ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Γεννήθηκα για ν' αγαπώ, όχι για να μισώ!» 522-23). Ο Κρέων τα βάζει και με την Ισμήνη, αλλά η Αντιγόνη δεν δέχεται να πεθάνει η αδελφή της μαζί της. Ο Αίμων ικετεύει τον πατέρα του να φανεί επιεικής, ν' ακούσει και των Θηβαίων τη γνώμη, τον απειλεί πως θα σκοτωθεί και εκείνος, αλλά ο Κρέων μένει ανένδοτος. Ο Χορός απαγγέλλει τότε τον ύμνο του έρωτα. (Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις, ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις... Συ και δικαίων αδίκους φρένας παρασπάς επί λώβα... «Έρωτα ακαταμάχητε, έρωτα που χτυπάς κατακέφαλα τα ζωντανά μας, εσύ που ξενυχτάς στου κοριτσιού τ' απαλά μάγουλα... Εσύ και δίκαιο άνθρωπο σπρώχνεις στην αδικία...».) Στο τέλος του ύμνου, οι γέροντες των Θηβών βλέπουν την Αντιγόνη να οδηγείται προς το θάνατο. Ο θρήνος της (άκλαυτος, άφιλος, ανυμέναιος ταλαίφρων άγομαι ταν δ' ετοίμαν οδόν... 876-77) είναι σπαρακτικός αλλά αξιοπρεπής. Ο Κρέων τη βλέπει ν' απομακρύνεται και γυρίζει στ' ανάκτορό του. Οργισμένος, ο μάντης Τειρεσίας προφητεύει μεγάλες συμφορές του οίκου του Κρέοντα. Μετανοώντας, ο Κρέων θέλει να ελευθερώσει την Αντιγόνη από το θάλαμο όπου είχε κλειστεί και να ενταφιάσει τον Πολυνείκη, αλλά είναι πια αργά. Η Αντιγόνη έχει αυτοκτονήσει και ο Αίμων σκοτώθηκε κι αυτός. Η μητέρα του Αίμωνα, Ευρυδίκη, μαθαίνοντας το θάνατο του γιου της, καταράστηκε τον άνδρα της και αυτοκτόνησε. Μπροστά στην καταστροφή, ο Κρέων εύχεται να πεθάνει, και ο Χορός τελειώνει με τη διαπίστωση πως η φρόνηση είναι η κυριότερη προϋπόθεση της ευτυχίας. (Αργότερα ο Θησέας αιχμαλώτισε τον Κρέοντα κι έδωσε το σώμα του Πολυνείκη στο πλήθος για ενταφιασμό. Τελικά, ο Κρέων κάηκε ζωντανός όταν η Μήδεια, ζηλεύοντας τον Ιάσονα που μνηστεύθηκε την κόρη του Κρέοντα Γλαύκη, έβαλε τα παιδιά της να του χαρίσουν ένα στέμμα και ένα χιτώνα, που τύλιξε την ίδια, τον πατέρα της και πολλούς άλλους στις φλόγες). Η Αντιγόνη είναι εκπρόσωπος των «αγράφων νόμων», που θ' αναπτύξει ο Πλάτων στον Γοργία του, μιλώντας για το «δίκαιον» και το «νόμιμον». Η ταφή των νεκρών ήταν «πανελλήνιος νόμος» και μόνο οι ιερόσυλοι και οι προδότες έμεναν άταφοι. Βέβαια, η πράξη του Πολυνείκη, επίθεση κατά της πατρίδας του, ήταν προδοτική, αλλά η αδιαλλαξία του Κρέοντα και η επιμονή του στην εφαρμογή αυτού του νόμου, χωρίς να λάβει υπόψη τον «άγραφο νόμο» της συγγενικής αγάπης, τον έκαναν αντιπαθή στο γιο του, στη γυναίκα του, στο μάντη Τειρεσία και στην κοινή γνώμη, που εκφράζει ο Χορός. Ήταν μοραίο να γίνει η «κάθαρση» εις βάρος του.
Πάνω φωτογραφία: Η Ελένη Παπαδάκη ως Αντιγόνη.
ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Εγκυκλοπαίδεια «δομή», Εθνικό Θέατρο.